ΜΠΑΡΕΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΚΩΝ - ΥΠΕΡΤΡΟΦΕΣ

ΓΕΜΙΣΤΑ ΜΠΙΣΚΟΤΑ ΔΗΜΗΤΡΙΑΚΩΝ

Τα φρέσκα χειροποίητα γεμιστά μπισκότα δημητριακών, είναι μια πραγματική λιχουδιά!
Με πολλές επιλογές γέμισης (πραλίνα φουντουκιού, πραλίνα κάστανου, και λευκή πραλίνα).
Συνδυάζουν πολύτιμες υπερτροφές και συστήνονται ως το κατάλληλο snack, σε καθημερινά μικρογεύματα...

Περισσότερα...

Κωδ.: ΥΜΔ0001

Τιμή: 15.20€/1000 gr


ΜΠΑΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΑΚΩΝ MASTRO SNACK

Το συγκεκριμένο προϊόν, προσφέρεται με έκπτωση 50% στην αναγραφόμενη τιμή. Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ισχύει μόνο για παραλαβή από το Εργαστήριο (Βυζαντίου 42, Βύρωνας), κάθε Δευτέρα (18:00 - 21:00), και για παραγγελίες που θα δίνονται τουλάχιστον μια ημέρα πριν μέσω wishlist, e-mail (mastro_apf@yahoo.com) ή...

Περισσότερα...

Κωδ.: ΥΜΔ0002

Τιμή: 3.00€/100 gr


1

« Ανάγοντας τις μπάρες δημητριακών σε Επιστήμη! »

Να προτιμήσω συμβατικά ή βιολογικά συστατικά;

Ερώτημα εύλογο, αλλά για την απάντησή του, απαραίτητο είναι να γνωρίζουμε πως ακριβώς ορίζονται οι δύο αυτές έννοιες, ποια είναι τα πλεονεκτήματα της κάθε μίας αλλά και ποιοι είναι οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν σε κάθε μια από τις δυο επιλογές.

Στις μπάρες δημητριακών καθώς και σε παρόμοια παρασκευάσματα όπως μπισκότα δημητριακών, κέϊκς, μάφινς, και άλλα, ορίζονται ως συμβατικά, τα συστατικά εκείνα, τα οποία προέρχονται από συμβατικές καλλιέργειες φυτών, εφόσον πρόκειται για φυτικό προϊόν. Στην οριζόμενη ως συμβατική γεωργία χρησιμοποιούνται όλες οι διαθέσιμες χημικές καλλιεργητικές τεχνικές, από τη χημική λίπανση έως τη χημική καταπολέμηση εχθρών και ασθενειών των φυτών. Από την άλλη, στην οριζόμενη ως βιολογική γεωργία, λαμβάνουν το τίτλο του βιολογικού συστατικού, όσα συστατικά προέρχονται από βιολογικές καλλιέργειες. Οι καλλιέργειες αυτές είναι πιστοποιημένες από εγκεκριμένους φορείς όσον αφορά τις καλλιεργητικές τεχνικές που χρησιμοποιούν. Στη βιολογική γεωργία, σύμφωνα με τον κανονισμό 2092/91, τίθενται συγκεκριμένες απαιτήσεις προς τους παραγωγούς, όπως η αξιοποίηση οργανικών ιδιοτήτων και διεργασιών καθώς και της αβιοτικής ενέργειας, ενώ δεν επιτρέπεται η χρήση χημικών-συνθετικών φυτοφαρμάκων, ρυθμιστών ανάπτυξης και ευδιάλυτων χημικών αζωτούχων λιπασμάτων. Κατά τη βιολογική αντιμετώπιση των εχθρών και των ασθενειών των καλλιεργειών χρησιμοποιούνται βιολογικοί παράγοντες, ζωντανοί οργανισμοί δηλαδή που καταπολεμούν τον ζωικό ή εντομολογικό εχθρό ή το μικροοργανισμό που προκαλεί την ασθένεια. Επιπλέον, στα πλαίσια μιας βιολογικής καλλιέργειας, δεν επιτρέπεται επίσης, η χρήση τόσο γενετικά τροποποιημένων οργανισμών, όσο και ακτινοβολημένων συστατικών. Βεβαίως στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί ότι και στη συμβατική γεωργία και κατ’ επέκταση στην αντίστοιχη μεταποιητική διαδικασία σε επίπεδο βιομηχανίας, είναι περισσότερο ζήτημα κόστους , λιγότερο επαγγελματικής συνείδησης, βεβαίως και έγκυρης γνώσης των εκάστοτε εμπλεκομένων όπως, γεωπόνος, παραγωγός, έμπορος - βιομήχανος – μεταποιητής αν το γεωργικό προϊόν που προβιβάζεται σε πρώτη ύλη μετά από εκτεταμένη επεξεργασία (δημητριακά, ξηροί καρποί, αποξηραμένα φρούτα, υπερτροφές, με συχνή χρήση σε μπάρες δημητριακών και συναφή) ως τελική επιλογή στην εμπορική αλυσίδα (πώληση σπόρου – καλλιέργεια σπόρου – συγκομιδή – εμπορία - μεταποίηση τελικού προϊόντος καλλιέργειας), θα αφορά σε «καθαρό» υλικό ή μεταλλαγμένο, ή ακτινοβολημένου. Ας διευκρινιστεί ότι η ακτινοβόληση ως τρόπος προστασίας των γεωργικών αγαθών από διάφορα παθογόνα, μπορεί να αφορά τόσο μεταλλαγμένα, όσο και μη μεταλλαγμένα γεωργικά προϊόντα, με αντίστοιχη πρόκληση έκπτωσης στη θρεπτική τους αξία. Η δική μας επιλογή ως ΜΑΣΤΡΟ κατά την παραγωγική διαδικασία κάθε προϊόντος (μπάρες δημητριακών, μπισκότων υπερτροφών και κάθε συναφούς), αφορά σε χρήση πρώτων υλών τα οποία πιστοποιούνται σχετικά με την γνησιότητά τους απέναντι σε ΜΗ μεταλλαγμένα και ΜΗ ακτινοβολημένα συστατικά. 

Σε επίπεδο συμβατικής γεωργίας, οι καλλιέργειες όλων των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (και με αντίστοιχους κανόνες νομοθεσίας στα υπόλοιπα μέρη του πλανήτη), χρησιμοποιούνται εγκεκριμένα για κάθε χώρα και καλλιέργεια αγροχημικά σκευάσματα, είτε πρόκειται για χημικά λιπάσματα είτε για χημικά φυτοπροστατευτικά προϊόντα. Βεβαίως, έχουν θεσπιστεί ανώτατα επιτρεπτά όρια στο τελικό προϊόν σχετικά με την υπολειμματικότητα της κάθε χημικής ουσίας που έχει χρησιμοποιηθεί ανά περίπτωση, η οποία ελέγχεται μέσω δειγματοληψιών από τους αρμόδιους φορείς. Αν και η πιο ακίνδυνη για την ανθρώπινη υγεία συγκέντρωση κάποιας βλαβερής χημικής ουσίας που βρίσκεται στο τελικό προϊόν είναι αναμφισβήτητα η μηδενική, γίνεται γενικότερα παραδεκτή η άποψη ότι, συγκέντρωση -εξαιτίας της χρήσης κάποιου αγροχημικού στην καλλιεργητική ή μεταποιητική διαδικασία-  εντός των ορίων που ορίζονται ως μέγιστα σε συγκέντρωση στο τελικό προϊόν ανά χημική δραστική ουσία, θεωρείται ασφαλής. Από την πλευρά του παραγωγού, τα όρια αυτά φυσικά μπορούν να επιτευχθούν μόνο εάν αυτός ακολουθεί πιστά τόσο τις οδηγίες που συνοδεύουν κάθε εγκεκριμένο αγροχημικό σκεύασμα που χρησιμοποιεί (π.χ. τελευταία επέμβαση πριν τη συγκομιδή), όσο και αυτές του τοπικού γεωπόνου.

Εφόσον λοιπόν στο τελικό προϊόν μιας συμβατικής καλλιέργειας μπορεί να υπάρχει έστω και μια μικρή συγκέντρωση κάποιας χημικής ουσίας, εύκολα θα μπορούσε κανείς να απορρίψει ένα συμβατικό προϊόν και να προτιμήσει ένα αντίστοιχο βιολογικής καλλιέργειας, θεωρώντας πως δαπανώντας επιπλέον χρήματα ως τίμημα για την βιολογική προέλευση του προϊόντος που καταναλώνει, προστατεύει απόλυτα και την υγεία του. Πόσο σωστό όμως είναι αυτό ως ισχυρισμός, κι επιπλέον  πόσο δικαιολογείται η κατά μέσο όρο πολλαπλάσια τιμή (η οποία βεβαίως διαμορφώνεται πολύ υψηλότερα και από το αυξημένο αναλογικά καλλιεργητικό κόστος, και από το πρόσθετο κόστος έγκρισης εμπορίας ως βιολογικό) του πιστοποιημένου βιολογικού προϊόντος σε σχέση με το αντίστοιχο συμβατικό;

Πριν αναφερθούμε με περισσότερη λεπτομέρεια στην διερεύνηση της εν λόγω απορίας, οφείλουμε εξ’ αρχής να παραδεχθούμε ότι τα προϊόντα με προδιαγραφές βιολογικής προέλευσης είναι σχετικά προτιμότερα. Η χρήση του όρου «σχετικά» αντί του «απόλυτα» προτιμότερα δεν γίνεται τυχαία. Η αλήθεια σύμφωνα με την προσωπική μας άποψη, είναι ότι η ανωτερότητα της ποιότητας των βιολογικών προϊόντων είναι πράγματι σωστή σε ένα βαθμό, όχι σε απόλυτο όμως, για πολλούς χαρακτηριστικούς λόγους όπως: Στη βιολογική γεωργία επιτρέπεται η χρήση χαλκού και θειαφιού για την καταπολέμηση ορισμένων ασθενειών, οπότε και προκύπτει ζήτημα επίδρασης των ουσιών αυτών στην ανθρώπινη υγεία σε περίπτωση υπολλειματικότητάς τους. Στο σημείο αυτό δεν μπορεί μια αντικειμενική επιστημονικά κρίση, να μην λάβει υπόψη της, ότι τα αγροχημικά σκευάσματα που λαμβάνουν νομοθετική έγκριση χρήσης στην βιολογική γεωργία, παράγονται και διακινούνται από το ίδιο δίκτυο παραγωγής και διακίνησης των αγροχημικών με χρήση και στο συμβατικό φάσμα γεωργοκτηνοτροφικής παραγωγής. Ένα ακόμα χαρακτηριστικό που πιθανώς συχνά διαφεύγει της γενικότερης προσοχής, αφορά σε περιπτώσεις αγροτεμαχίων –ειδικά στη χώρα μας- που πιστοποιούνται ως βιολογικά, γειτνιάζουν όμως με καλλιέργειες που ψεκάζονται με χημικά σκευάσματα και συνεπώς η πιθανότητα μεταφοράς σταγονιδίων ψεκαστικού υγρού στην εν λόγω «βιολογική» καλλιέργεια είναι πολύ μεγάλη, αν ο παραγωγός της γειτονικής συμβατικής καλλιέργειας δεν έχει συνείδηση σεβασμού προς την προσπάθεια του βιοκαλλιεργητή γείτονά του. Καθοριστικό ωστόσο στοιχείο αναφοράς σχετικά με το ερώτημα κατά την άποψή μας, αποτελεί η εργαστηριακή απόδειξη ότι, και στα βιολογικά προϊόντα υποβόσκει ο ίδιος κι εξίσου σημαντικός –όπως ακριβώς και για τα συμβατικά προϊόντα- κίνδυνος που απειλεί την ασφάλεια αυτών ως βρώσιμα, και μπορεί να τα καταστήσει μέχρι και άκρως επιβλαβή για τον ανθρώπινο οργανισμό. Μάλιστα ως βαρύτητα συνολικής σημαντικότητας στην ασφάλεια τροφίμων, χαρακτηρίζεται υψηλότερη από οποιονδήποτε άλλο παράγοντα, και αφορά τόσο στην καλλιεργητική διαδικασία όσο και στο τελικό προϊόν κατανάλωσης. Ο κίνδυνος αυτός δεν είναι άλλος από τις λεγόμενες μυκοτοξίνες, τις οποίες και θα αναλύσουμε στη συνέχεια βασιζόμενοι σε επιστημονική γνώση που φθάνει μέχρι και τη στιγμή αυτή που δημοσιεύεται το παρών κείμενο.

Οι μυκοτοξίνες αποτελούν μία από τις μεγαλύτερες απειλές για την ασφάλεια των τροφίμων σε παγκόσμιο επίπεδο. Πρόκειται για τοξικούς και κατ’ εξοχήν καρκινογόνους δευτερογενείς μεταβολίτες, που παράγονται από διάφορους μύκητες των γενών Aspergillus, Fusarium, Penicillium κ.ά. Παραδείγματα μυκοτοξινών αποτελούν οι φουμονισίνες, οι αφλατοξίνες, η ωχρατοξίνη, η ζεαραλενόνη, η πατουλίνη και κάποια αλκαλοειδή. Μάλιστα, οι αφλατοξίνες αποτελούν τις πιο ισχυρά καρκινογόνες ουσίες, ιδιαίτερα η αφλατοξίνη Β1, η οποία είναι η σημαντικότρη (Class 1, IARC) (Tsitsigiannis et al., 2012). Οι τοξίνες αυτές αποτελούν μια «οικογένεια» ετεροκυκλικών χημικών ενώσεων, χαμηλού μοριακού βάρους, με παρόμοιες χημικές ιδιότητες, που σχηματίζονται και εκκρίνονται από τους μύκητες κατά την ανάπτυξή τους. Οι τοξίνες αυτές μπορούν να εμφανιστούν στον αγρό, δύναται όμως να συνεχιστεί η βιοσύνθεση και η δράση τους και σε μετασυλλεκτικό στάδιο, όταν οι συνθήκες είναι ευνοϊκές (Logrieco et al., 2007). Συνολικά, έχουν απομονωθεί πάνω από 300 μυκοτοξίνες, ενώ 60 είναι καλά χαρακτηρισμένες (Αρσένη Α., 2016).

Οι μυκοτοξίνες αποτελούν πιθανό κίνδυνο που σχετίζεται με τρόφιμα φυτικής προέλευσης, κυρίως σιτηρά, ξηρούς καρπούς και φρούτα (καλαμπόκι, σιτηρά, φυστίκια, μπανάνα, μήλο, σταφίδες, κλπ.). Μυκοτοξίνες απαντώνται όμως και σε τρόφιμα ζωικής προέλευσης όπως το γάλα, τα αυγά, το συκώτι κ.ά., γεγονός που οφείλεται στην κατανάλωση μολυσμένων ζωοτροφών από τα ζώα. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Τροφίμων και Γεωργίας (FAO) και την Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA), οι απώλειες τροφίμων που οφείλονται σε μυκοτοξίνες, οι δαπάνες της διαχείρισής τους και το κόστος που υπεισέρχεται από το πλήθος των αναλύσεων που απαιτούνται για τον έλεγχο των ζωοτροφών αυξάνονται σε ανησυχητικό βαθμό παγκοσμίως. Περισσότερο από το 25% - 30% των γεωργικών προϊόντων μολύνονται κάθε χρόνο με μυκοτοξίνες, με σοβαρό οικονομικό αντίκτυπο στη γεωργική παραγωγή, τις βιομηχανίες τροφίμων, την κτηνοτροφία και φυσικά στην υγεία του τελικού καταναλωτή, καθώς μέσα στην χρόνια τοξική δράση τους περιλαμβάνεται η καρκινογένεση -όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως- καθώς επίσης, ηπατικές, νεφρικές και άλλες βλάβες. Στη χώρα μας, όλο και συχνότερα είναι τα δελτία τύπου του ΕΦΕΤ για απόρριψη προϊόντων μολυσμένων με μυκοτοξίνες, ενώ σε λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες τα ποσοστά μόλυνσης είναι πολύ μεγάλα και πολλά άτομα εκτίθενται χρόνια σε υψηλά επίπεδα μυκοτοξινών εξ’ αιτίας της καθημερινής διατροφής με τρόφιμα ελλειπή σε χαρακτηριστικά ποιότητας και ασφάλειας. Λόγω της τόσο μεγάλης σημασίας τους τόσο για την υγεία, όσο και για την ευρύτερη οικονομία και κυρίως το εμπόριο ως ισχυρότερη συνιστώσα της, οι μυκοτοξίνες βρίσκονται στο επίκεντρο των μηχανισμών ελέγχου των αρμοδίων φορέων, αλλά και του ερευνητικού επιστημονικού ενδιαφέροντος. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία επιστημονικών ερευνών, εκτιμάται δυστυχώς ότι η έκθεση τροφίμων σε αυτόν τον ανυπέρβλητο κίνδυνο θα είναι αυξητική, γεγονός που πρέπει να προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία στην σχετική με την  "τρόφιμο - διατροφή - υγεία" επιστημονική κοινότητα, αλλά κι ευρύτερη ανησυχία στην καθημερινότητα του αλληλεξαρτόμενου σε κάθε πτυχή δραστηριότητας πλέον παγκόσμιου χωριού (CAST 2003) (Αρσένη Α., 2016).

Στο χώρο παραγωγής τροφίμων, κι ιδιαίτερα στην ανάλυση επικινδυνότητας των μελετών του συστήματος HACCP, οι μυκοτοξίνες αναγνωρίζονται βεβαίως ως πιθανός κίνδυνος, όμως το στοιχείο δεν αποτελεί επαρκές στοιχείο εφησυχασμού. Με δεδομένο ότι τα ασφαλή όρια πρόσληψης μυκοτοξινών από τον άνθρωπο δεν έχουν διερευνηθεί ακόμη πλήρως, αυτονόητο είναι το συμπέρασμα ότι καμία συγκέντρωση μυκοτοξίνης δεν μπορεί να θεωρηθεί ασφαλής. Παρ' όλα αυτά έχουν θεσπιστεί όρια ανοχής στις σχετικές εθνικές νομοθεσίες για κάποιες μυκοτοξίνες σε κάποια τρόφιμα (αφλατοξίνες στο γάλα, ζεαραλεόνη στα σιτηρά, κ.ά.) (Δημακοπούλου, 2009). Για την επιστήμη της ασφάλειας τροφίμων, συνθέτει προβληματισμό και πρόκληση, τόσο η υψηλή τοξικότητα των μυκοτοξινών, όσο και η ανθεκτικότητά τους σε υψηλές θερμοκρασίες, καθώς αυτό είναι μία από τις βασικότερες ιδιότητες άμυνάς τους, άρα και χαρακτηριστικό που τους χαρίζει επιβίωση, απέναντι σε όλες τις μορφές θερμικής επεξεργασίας των τροφίμων (π.χ. παστερίωση), και κατ’ επέκταση, συνέχεια της επιβλαβούς δράσης τους. Δημιουργία και ανάπτυξη μυκοτοξινών μπορεί να επισυμβεί τόσο σε στάδιο παραγωγής, δηλαδή στις καλλιέργειες όσο αυτές αναπτύσσονται στο χωράφι, όσο και σε επόμενα μετασυλλεκτικά στάδια επεξεργασίας του καλλιεργητικού αποτελέσματος, με συνηθέστερη περίπτωση αυτή των ζωοτροφών. Αξίζει να τονιστεί το παράδειγμα των ζωτροφών, επειδή αυτές αποτελούν έναν από τους βασικότερους κρίκους στην τροφική αλυσίδα. Η ανάγκη αποθήκευσης κάθε είδους ζωωτροφής σε μεγάλες ποσότητες (χαρακτηριστικό που συμβάλλει στην αποτελεσματική μείωση του κόστους εμπορικής διάθεσής τους) εμπεριέχει τον κίνδυνο δημιουργίας αναερόβιου περιβάλλοντος στους περιέκτες διατήρησής τους, διότι το οξυγόνο που υπάρχει σε συνθήκες αποθήκευσης είναι εξαιρετικά μειωμένο. Κάτι τέτοιο ωστόσο, αυξάνει δραματικά την πιθανότητα δημιουργίας, της ευνοϊκότερης προϋπόθεσης γέννησης του ένοχου μύκητα και της μυκηλιακής ανάπτυξης. Όμως, ακόμα και τα ήδη «ασφαλώς» επεξεργασμένα τρόφιμα διατρέχουν παρόμοιο κίνδυνο, καθώς η ανάπτυξη των μυκήτων λαμβάνει μέρος και σε βιομηχανικά επεξεργασμένες τροφές (Αρσένη Α., 2016).

Η παρουσία μυκοτοξινών στα γεωργικά προϊόντα έχει αποδειχθεί πως επηρεάζεται από ορισμένους περιβαλλοντικούς παράγοντες και ως εκ τούτου, η έκταση της μόλυνσης ποικίλει με τη γεωγραφική θέση, τις γεωργικές και αγρονομικές εφαρμογές, αλλά και την ευαισθησία επιμόλυνσης των προϊόντων σε περιόδους,  πριν τη συγκομιδή, αλλά και κατά την αποθήκευση και την επεξεργασία. (Tsitsigiannis et al., 2012).

Συνεπώς, από τη μια εξάγεται το συμπέρασμα ότι η επιλογή βιολογικών προϊόντων δεν είναι σωστό να θεωρείται πανάκεια αναφορικά με την πρόληψη της ανθρώπινης υγείας, ενώ από την άλλη, η επιλογή τροφίμων με πρώτες ύλες από συμβατικές καλλιέργειες δεν πρέπει να θεωρείται «αφορισμένη», καθώς σε μια συμβατική καλλιέργεια η ανάπτυξη των μυκοτοξικογόνων μυκήτων δεν αποκλείεται να είναι πιο δύσκολη και κατά συνέπεια, πιο σπάνια να γίνεται και η πρόσληψη μυκοτοξινών από τον οργανισμό του τελικού καταναλωτή.

Ποια είναι η λύση λοιπόν; Αυτή κατά την άποψή μας, βρίσκεται κάπου στην Αριστοτελική μεσότητα, με την έννοια ότι πέρα από τις συμβατικές και τις βιολογικές καλλιέργειες, υπάρχουν και αυτές που εντάσσονται σε πλαίσια «ολοκληρωμένης διαχείρισης», η οποία αποτελεί τη χρυσή τομή μεταξύ των 2 γεωργικών μεθόδων. Στα πλαίσια της ολοκληρωμένης διαχείρησης των καλλιεργειών, χρησιμοποιούνται όλα τα φυσικά μέσα που είναι διαθέσιμα, με τρόπο τέτοιο ώστε η χρήση των χημικών να περιορίζεται στο ελάχιστο. Έτσι, μειώνεται ο κίνδυνος της υπολειμματικότητας κάποιας αγροχημικής ουσίας στο τελικό προϊόν (καθώς και άλλους κινδύνους, π.χ. εμφάνιση ανθεκτικών στελεχών μικροοργανισμών που καταπολεμούνται πολύ πιο δύσκολα στη συνέχεια και δημιουργούν πολύ σοβαρά προβλήματα στη διαχείριση της ασθένειας που εμφανίζεται στον αγρό), ενώ παράλληλα μέσω της αποτελεσματικότερης καταπολέμησης των μυκοτοξικογόνων μυκήτων και άλλων επιβλαβών οργανισμών, μειώνεται και ο κίνδυνος κατανάλωσης κάποιου μολυσμένου προϊόντος, π.χ. με μυκοτοξίνες, όπως αναφέραμε και πιο πάνω.

Στις παραπάνω αναφορές, κι εφόσον υποθέσουμε ότι για κάποιο τελικό προϊόν προς κατανάλωση πληρούνται οι εν λόγω προϋποθέσεις ασφάλειας ως προς το παθογόνο φορτίο, πρέπει να προστεθεί και η παράμετρος της παρασκευαστικής διαδικασίας του τρόφιμου ως παράγοντας ανάδειξης θρεπτικής αξίας των προϊόντων που επιλέγει να καταναλώνει καθένας μας στην καθημερινότητά του. Πρέπει λοιπόν να τονιστεί ότι κάθε επιστημονική άποψη από κάθε διαφορετική ειδικότητα σχετική με την υγεία και διατροφή του ανθρώπου, συνηγορεί στην άποψη ότι για τη συντριπτική πλειοψηφία τροφίμων, όσο περισσότερη επεξεργασία (κατ’ εξοχήν σε γραμμές βιομηχανικής παραγωγής), και τεχνητά χημικά πρόσθετα ενσωματώνονται στους κρίκους της παραγωγικής τους αλυσίδας, από το χωράφι μέχρι το πιάτο μας, τόσο λιγότερο ωφέλιμα καταλήγουν στο ρόλο τους, σε σχέση με κάποια αντίστοιχα που μπορεί να συνορεύουν περισσότερο με την αρχική τους φύση.

Καταλήγοντας λοιπόν και δίνοντας μια συμπερασματική απάντηση στο αρχικό ερώτημα, θεωρούμε ότι μεγαλύτερη σημασία από την επιλογή ενός τρόφιμου - όπως για παράδειγμα μια μπάρα δημητριακών -  με βιολογικά ή συμβατικά συστατικά -, έχει η επιλογή ενός προϊόντος ασφαλούς, δηλαδή μια μπάρα δημητριακών, στην οποία οι πρώτες ύλες διασφαλίζονται με πιστοποιήσεις πρώτων υλών, αλλά και προμηθευτών αντίστοιχα, καθώς αυτά είναι βασικές μεταβλητές ενός τρόφιμου. Ωστόσο, ένας ακόμα εξ’ ίσου σημαντικός παράγοντας διασφάλισης αξίας του τρόφιμου, έχει να κάνει με τον παρασκευαστή του. Στο Εργαστήριο Τροφίμων «Μάστρο – Εναλλακτικές Δυναμοτροφές», είμαστε σε ικανή θέση γνώσης αλλά και θέλησης, να σας προσφέρουμε μπάρες δημητριακών καθώς και κάθε άλλο παρόμοιο προϊόν, τόσο με συμβατική όσο και με βιολογική σύνθεση συστατικών, ανάλογα με την προτίμηση και τις προτεραιότητές σας. Πρώτα και πάνω απ’ όλα όμως, νιώθουμε υποχρεωμένοι να σας προσφέρουμε ασφαλή προϊόντα υψηλής θρέψης προς κατανάλωση. Γι’αυτό, ακόμα και η πιο απλή μπάρα δημητριακών, αποτελεί προϊόν χειροποίητης παραγωγής, χωρίς γενετικά τροποποιημένα συστατικά, και χωρίς ακτινοβολημένα συστατικά. Ως επιπλέον εγγύηση ασφάλειας και φρεσκότητας στα προϊόντα μας, θεωρούμε το γεγονός ότι ακόμα και η πιο απλή μπάρα δημητριακών στο Εργαστήριο Τροφίμων «Μάστρο – Εναλλακτικές Δυναμοτροφές», δεν υπάρχει, έστω και ως «φρέσκο» απόθεμα σε κάποιο ράφι, παρά μόνο ως παραγγελία που ετοιμάζεται μετά από την επιλογή σας. Και τούτο ισχύει ακόμα κι αν η επιλογή αυτή απαιτεί ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τα οποία καλούνται να καλύψουν προσωπικές διατροφικές ανάγκες ή και προτιμήσεις.

Βιβλιογραφικές παραπομπές:

Logrieco, A., Moretti, A., Perrone, G., & Mulè, G. (2007). Biodiversity of complexes of mycotoxigenic fungal species associated with Fusarium ear rot of maize and Aspergillus rot of grape. International Journal of Food Microbiology, 119 (1), 11 - 16.

Tsitsigiannis, D. I., Dimakopoulou, M., Antoniou, P. P., & Tjamos, E. C. (2012). Biological control strategies of mycotoxigenic fungi and associated mycotoxins in Mediterranean basin crops. Phytopathologia Mediterranea, 51 (1), 158 - 174.

Αρσένη Αικατερίνη (2016). Διερεύνηση του ρόλου του ρυθμιστικού γονιδίου του δευτερογενούς μεταβολισμού AclaeA στη μορφολογία και μολυσματικότητα του μυκοτοξικογόνου μύκητα Aspergillus carbonarius. Πτυχιακή Μελέτη.

Δημακοπούλου - Κοντοσταύλου, Μυρτώ - Αλεξάνδρα (2009). Βιολογική αντιμετώπιση των ωχρατοξικογόνων μυκήτων Aspergillus niger και Aspergillus carbonarius στα σταφύλια με επιφυτικές ζύμες. Διδακτορική Διατριβή.